Τροφική δυσανεξία: συνήθης ύποπτος το γάλα

Η τροφική υπερευαισθησία αποτελείται από δύο κατηγορίες:

  • τη τροφική δυσανεξία και
  • τη τροφική αλλεργία.

Η τροφική δυσανεξία, σε αντίθεση με την τροφική αλλεργία, είναι μια μη-ανοσολογική κατάσταση που πιθανόν να προκαλείται ως απάντηση σε κάποια φυσιολογική ή/και βιοχημική αλλαγή που συμβαίνει στον οργανισμό μετά:

  • την κατανάλωση ενός τροφίμου ή
  • λόγω κάποιου συστατικού αυτού ή
  • λόγω έλλειψης κάποιου ενζύμου.

Επηρεάζουν περισσότερο από 15 – 20% του πληθυσμού. Τα κυριότερα συμπτώματα της αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα, με κυριότερους εκπροσώπους το μετεωρισμό, την κοιλιακή δυσφορία και τη διάρροια.

Οι ‘’συνήθεις ύποπτοι’’ για πρόκληση τροφικών δυσανεξιών είναι τα: Σταρένιο ψωμί, λάχανο, κρεμμύδι, μπιζέλια/φασόλια, γάλα, πικάντικα και τηγανητά τρόφιμα και από ροφήματα, ο καφές.

Ο καλύτερος τρόπος διάγνωσης των δυσανεξιών είναι ο αποκλεισμός του ‘’στοχοποιημένου’’ τροφίμου με σκοπό να βελτιωθούν τα συμπτώματα και έπειτα να ακολουθήσει η σταδιακή επανεισαγωγή του.

Ένα από τα πιο πολυσύχναστα παραδείγματα είναι η δυσανεξία στο γάλα.

H δυσανεξία στο γάλα είναι μία από τις πιο γνωστές και ουσιαστικά πρόκειται για τη δυσανοχή στον κύριο δισακχαρίτη του γάλακτος, τη λακτόζη. Η εντερική απορρόφηση της λακτόζης απαιτεί τη δραστηριότητα του ενζύμου λακτάση. Η λακτάση είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του εμβρύου, με τη δραστηριότητά της μπορεί να ανιχνευθεί από την 8η κιόλας εβδομάδα κύησης, ωστόσο μετά το θηλασμό η παραγωγή λακτάσης σταματά. Συνεπώς, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι 75% του παγκόσμιου πληθυσμού παρουσιάζει δυσανοχή στην πέψη της διαιτητικής λακτόζης. Παρά ταύτα, τα συμπτώματα εμφανίζονται όταν η δραστηριότητα της λακτάσης είναι μικρότερη της τάξεως του 50%. Συνήθως, 12 – 15 g λακτόζης ημερησίως παραμένουν ανεκτά.

Οι τύποι ανεπάρκειας λακτάσης είναι 4:

  1. Η πρωτοπαθής έλλειψη λακτάσης, ο πιο κοινός τύπος, που οφείλεται σε σταδιακή μείωση της παραγωγής της λακτάσης, με την πάροδο του χρόνου και μάλιστα ξεκινά από την ηλικία των 2 χρόνων ή και λίγο πιο μετά. Τα παιδιά με ανεπάρκεια λακτάσης μπορεί και να μην εμφανίσουν συμπτώματα μέχρι και το τέλος της εφηβείας τους ή την ενηλικίωση.
  2. Η δευτεροπαθής έλλειψη λακτάσης μπορεί να οφείλεται σε τραυματισμό     – μόλυνση, ασθένεια ή άλλο πρόβλημα –  του λεπτού εντέρου. Η θεραπεία του αιτίου μπορεί να βελτιώσει την ανοχή στη λακτόζη.
    Πιθανόν σε έμβρυα που γεννήθηκαν πρόωρα να αναπτυχθεί ανεπάρκεια λακτάσης, που όμως διαρκεί για μικρό χρονικό διάστημα.
  3. Η κληρονομούμενη αλακτασία, είναι μια εξαιρετικά σπάνια διαταραχή κατά την οποία από τη στιγμή κιόλας της γέννησης παράγεται ελάχιστη ή και καθόλου λακτάση. Τα γονίδια που έχουν κληρονομηθεί από τους γονείς στο παιδί ευθύνονται για τη συγκεκριμένη διαταραχή.
  4. Όμως αν τελικά παρουσιαστεί δυσανοχή εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες όπως:
  • Την καταναλισκόμενη ποσότητα λακτόζης
  • Την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα και το χρόνο διέλευσης της τροφής στο έντερο
  • Τη παρουσία άλλων διαιτητικών συστατικών στο γαστρεντερικό αυλό
  • Τη συνοχή, η θερμοκρασία και η ποσότητα της υπολειπόμενης έκφρασης της λακτάσης
  • Τη ποικιλία της εντερικής μικροχλωρίδας
  • Την ευαισθησία του γαστρεντερικού σωλήνα στην παραγωγή αερίων και προϊόντων ζύμωσης κατά τη πέψη της λακτόζης.

Επίσης, πολλά άτομα αναφέρουν πως η δυσανοχή τους μεταβάλλεται από:

  • Την πάροδο του χρόνου
  • Την κατάσταση της υγείας τους
  • Την τυχόν ύπαρξη εγκυμοσύνης
  • Την προσαρμογή της προσλαμβανόμενης ποσότητας λακτόζης, εξαιτίας της προσαρμογής των μικροοργανισμών του παχέος εντέρου στη λακτόζη

Η θεραπεία της δυσανεξίας έχει ως πρωταρχικό τη βελτίωση των γαστρεντερικών συμπτωμάτων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με αρχικό περιορισμό της καταναλισκόμενης ποσότητας λακτόζης και μετά την ανακούφιση των συμπτωμάτων ακολουθεί σταδιακή επανεισαγωγή της. Συνήθως, μόνο στην κληρονομούμενη αλακτασία και όταν υπάρχει ολική ανεπάρκεια λακτάσης συνίσταται η πλήρης αποφυγή λακτόζης.

Όμως, απτή είναι η ανησυχία των ειδικών πως ο φόβος κατανάλωσης  των ‘’ένοχων’’ τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε διατροφικές ανεπάρκειες και αυτό γιατί τα γαλακτοκομικά προϊόντα εκτός από κύρια πηγή λακτόζης είναι και σημαντική διατροφική πηγή ασβεστίου και βιταμίνης D.

Για να αποφευχθούν τα παραπάνω, η αγορά και η βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων παρέχει λύση στο πρόβλημα με προϊόντα δίχως λακτόζη ή προϊόντα με μειωμένη περιεκτικότητα σε λακτόζη.

Ακόμα, καλύτερη ανοχή σε σχέση με το γάλα έχει παρατηρηθεί:

  • Στα σκληρά τυριά, όπως το τσένταρ
  • Το γιαούρτι
  • Γαλακτοκομικά προϊόντα ενισχυμένα με καλλιέργειες μικροοργανισμών

Προσοχή πρέπει να δοθεί στις ‘’κρυφές’’ πηγές λακτόζης όπως:

  • Επεξεργασμένο κρέας
  • Σάλτσες σε σκόνη
  • Μαργαρίνη
  • Έτοιμο ψωμί κομμένο σε φέτες
  • Δημητριακά πρωινού
  • Πατατάκια
  • Επεξεργασμένα τρόφιμα
  • Προπαρασκευασμένα γεύματα
  • Υποκατάστατα γευμάτων
  • Πρωτεϊνούχα συμπληρώματα
  • Φάρμακα
  • Για αυτό συνίσταται η προσεκτική ανάγνωση των ετικετών.

 


Πηγές:

M. C. E. Lomer, Review article: the aetiology, diagnosis, mechanisms and clinical evidence for food intolerance, Alimentary Pharmacology & Therapeutics, Volume 41, Issue 3, February 2015, Pages 262–275

Yanyong Deng, Benjamin Misselwitz, Lactose Intolerance in Adults: Biological Mechanism and Dietary Management, Nutrients. 2015 Sep; 7(9): 8020–8035.

Nissim Silanikove, Gabriel Leitner, The Interrelationships between Lactose Intolerance and the Modern Dairy Industry: Global Perspectives in Evolutional and Historical Backgrounds, Nutrients. 2015 Sep; 7(9): 7312–7331


Γράφει για το NutriNews.gr η Μαρία Μεντζέλου, Πτυχιούχος Τμήματος Επιστήμης Διαιτολογίας – Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τηλ. 6984515475, email: maria.mentzelou@hotmail.com