Μητρικός Θηλασμός Το Δώρο της μητέρας

Μητρικός Θηλασμός
 Το Δώρο της μητέρας

Σύμφωνα με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας προτείνεται αποκλειστικός θηλασμός για τους πρώτους 6 μήνες και συνέχιση του μαζί με προσθήκη συμπληρωματικών τροφίμων μέχρι τα 2 πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού ή και περισσότερο.
Ωστόσο, στις μέρες μας οι Δυτικές κοινωνίες κατακλύζονται από πρότυπα ‘’καλής υγείας και ομορφιάς’’ που καλούν τις γυναίκες να τα πιστέψουν και να τα υιοθετήσουν, αγνοώντας ή παραβλέποντας τα οφέλη πρακτικών όπως αυτά που προκύπτουν από τον θηλασμό.
Οι λόγοι με τους οποίους πιθανόν να συσχετίζεται η επιλογή της μητέρας να θηλάσει το βρέφος και η χρονική διάρκεια αυτού μπορεί να συνδέονται με:
Το μορφωτικό επίπεδο της μητέρας
Ασθένειες που καταδεικνύουν την ακαταλληλότητα του γυναικείου στήθους
Ανεπαρκής παραγωγή μητρικού γάλακτος
Η φύση του επαγγέλματος της μητέρας
Η διάρκεια της άδειας μητρότητας από τον εργασιακό της χώρο
Ανεπαρκής γνώσεις σχετικά με το θέμα του θηλασμού
Έλλειψη υποστήριξης από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο
Ελλιπής καθοδήγηση και ενθάρρυνση από τους επαγγελματίες υγείας.
Ακόμα, υπάρχουν ανησυχίες για τον αν ο τρόπος ζωής της μητέρας, παραδείγματος χάριν καταστάσεις σχετικές με:
Ιώσεις
Κάπνισμα
Φαρμακευτικές αγωγές
Φτωχή διατροφική κατάσταση ή/ και πρόσληψη
Τυχόν ύπαρξη διαβήτη κύησης
…Επηρεάζουν την ποιότητα του μητρικού γάλακτος.

Ωστόσο, όλες οι παραπάνω δυσκολίες και προβληματισμοί δε θα πρέπει να απωθούν από το μυαλό της μητέρας την ιδέα του θηλασμού
(ΕΞΑΙΡΕΣΗ, η προτροπή αποφυγής από το θεράποντα ιατρό της μητέρας)

Και αυτό γιατί…
Να υποστηρίζεται η διατροφική αξία του μητρικού γάλακτος;
Το μητρικό γάλα είναι μια θεωρητικά ‘’πλήρης’’ τροφή παρέχοντας στο βρέφος επαρκή ενέργεια και μια πληθώρα θρεπτικών και μη – θρεπτικών συστατικών. Συνοπτικά παρέχει:
Μεταλλικά στοιχεία
Αντισώματα (μητρικής προέλευσης)
Ορμόνες που σχετίζονται με τη ρύθμιση της όρεξης
Αυξητικούς παράγοντες
Παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη του εντερικού μικροβιόκοσμου.

Να ωφελείται το παιδί από τη διαδικασία του θηλασμού;
Α. Τα αντισώματα που προσλαμβάνει μέσα από το μητρικό γάλα μειώνουν βραχυπρόθεσμα τον κίνδυνο:
Νεογνικών μολύνσεων,
Γαστρεντερικών μολύνσεων,
Πνευμονίας κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας.

Β. Σε αριθμούς φαίνεται πως μη σωστή διαδικασία θηλασμού σχετίζεται με:
45% θανάτους εξ αιτίας νεογνικών μολύνσεων
30% θάνατοι εξ αιτίας από διάρροια
18% θανάτους από αναπνευστικά αίτια σε παιδιά < 5 χρόνων.

Γ. Τα μακροπρόθεσμα οφέλη για το έμβρυο είναι:
Μείωση της πιθανότητας για υπερβαρότητα/παχυσαρκία κατά 22% σε σχέση με τα παιδιά που δε θήλασαν ποτέ.
Μείωση της πιθανότητας για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
Μείωση της πιθανότητας για υπέρταση
Αύξηση των σκορ των τεστ ευφυΐας σε σχέση με τα παιδιά που κατανάλωναν φόρμουλα.

Να ωφελείται η ίδια η μητέρα από τη διαδικασία του θηλασμού;
Ο μητρικός θηλασμός προστατεύει τη μητέρα από:
Τον καρκίνο του μαστού
Τον καρκίνο των ωοθηκών
Την παχυσαρκία.
Ο αποκλειστικός θηλασμός είναι ακόμα αποτελεσματική και φυσική μέθοδος για έλεγχο γέννησης, παρέχοντας 98% προστασία μεταξύ γέννησης και 6 μήνες μετά τον τοκετό.

Να υποστηρίζονται οι μητέρες τόσο από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο όσο και από τους επαγγελματίες υγείας;
Είναι πολύ βασική η συνεργασία των ανθρώπων από τον οικογενειακό περίγυρο και των επαγγελματιών υγείας που έρχονται σε άμεση επαφή με τη μητέρα προκειμένου να καταπολεμήσουν τάσεις όπως:
Ανάγκες, προσδοκίες που νοιώθουν οι μητέρες πως πρέπει να ικανοποιήσουν
Φόβοι σχετικά με το πώς είναι εφικτή η συνέχιση του θηλασμού μετά το πέρας της μητρικής άδειας
Φαινόμενα κριτικής και απολογίας καθώς οι μητέρες νοιώθουν πως βρίσκονται σε αμυντική θέση

–> Συνεπώς, μιας και τα οφέλη από τον μητρικό θηλασμό είναι πολλά και αδιαμφισβήτητα, αν δεν υπάρχει λόγος που ο θεράπων ιατρός να συστήνει την αποφυγή του, θα πρέπει οι επαγγελματίες υγείας και όχι μόνο να προτρέπουν τις μητέρες να θηλάζουν τα βρέφη, απολαμβάνοντας τα οφέλη τόσο αυτά όσο και οι μητέρες.


Πηγές:
Yan J et. al., The association between breastfeeding and childhood obesity: a meta-analysis., BMC Public Health. 2014 Dec 13;14:1267
Lessen R et. al., Position of the academy of nutrition and dietetics: promoting and supporting breastfeeding., J Acad Nutr Diet. 2015 Mar;115(3):444-9
Leeming D et. al., Understanding process and context in breastfeeding support interventions: The potential of qualitative research., Matern Child Nutr. 2017 Feb 14


Γράφει για το NutriNews.gr η Μαρία Μεντζέλου, Πτυχιούχος Τμήματος Επιστήμης Διαιτολογίας – Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τηλ. 6984515475, email: maria.mentzelou@hotmail.com


Δείτε κι άλλες καταχωρήσεις  για το θηλασμό εδώ : http://www.nutrinews.gr/?s=%CE%B8%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

 

 

Κατά συνθήκη απαραίτητα μακράς αλύσου λιπαρά οξέα στην πρώιμη ζωή

Μια εξαιρετική αναφορά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πληροφόρησης για τα τρόφιμα ( EuFIC) στις ειδικές ομάδες λιπαρών οξέων και τον καίριο ρόλο τους στην αύξηση και την ανάπτυξη κατά τη βρεφική ηλικία.

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο του EuFIC.

Τα λίπη είναι απαραίτητα συστατικά του μητρικού γάλακτος. Προμηθεύουν το βρέφος με ενέργεια και είναι απαραίτητα για την αύξηση και την ανάπτυξη. Μερικά λιπαρά οξέα, συστατικά-κλειδιά του διαιτητικού λίπους, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού, ακόμα και αν υπάρχουν σε πολύ μικρές ποσότητες. Τα λιπίδια αυτά δηλώνονται στην τρέχουσα επισήμανση των βρεφικών γαλάτων ως LCP’s (μακράς αλύσου πολυακόρεστα λιπαρά οξέα).

Μητρικό γάλα

Το μητρικό γάλα θεωρείται διατροφικά το απόλυτο πρότυπο για τη σίτιση του βρέφους στην πρώιμη ζωή και έχει σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος. Το λίπος παρέχει περίπου το μισό της συνολικής ενέργειας του μητρικού γάλακτος.1 Τα «κατά συνθήκη απαραίτητα» θρεπτικά συστατικά μπορεί να καταστούν απαραίτητα υπό ορισμένες συνθήκες ανάπτυξης ή νόσου. Τα κυριότερα από αυτά που είναι παρόντα στο μητρικό γάλα είναι το εικοσιδυοεξενοϊκό οξύ (DHA) και το αραχιδονικό οξύ (ΑΑ), και τα δυο απαραίτητα δομικά συστατικά του ανθρώπινου σώματος.1 Οι συγκεντρώσεις των DHA και AA στο μητρικό γάλα είναι περίπου 0,3% και 0,5% (των συνολικών λιπιδίων), αντιστοίχως.2 Ενώ η συγκέντρωση του DHA στο μητρικό γάλα μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τη δίαιτα της μητέρας (π.χ. ποσότητα ψαριού που καταναλώνει), η συγκέντρωση του ΑΑ επηρεάζεται λιγότερο από τη δίαιτα.3 Το ανθρώπινο γάλα περιέχει επίσης σημαντικά μακράς αλύσου λιπαρά οξέα, τα οποία βρίσκονται επίσης στο γάλα των θηλαστικών, όπως το βαξενικό οξύ (0,4%) και το νευρονικό οξύ (0,05%).4,5

Ο ρόλος τους στην αύξηση και την ανάπτυξη

Τα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι το διαιτητικό DHA παίζει ρόλο στην ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας του οργανισμού να το παράγει. Το DHA ενσωματώνεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στη φαιά και λευκή ουσία του εγκεφάλου και στα ραβδία και κονία του αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού κατά την αύξηση, ειδικά κατά την τελευταία περίοδο της εγκυμοσύνης και τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής, συνεπώς είναι απαραίτητο για τη φυσιολογική εγκεφαλική ανάπτυξη.1,3,6,7 Προσφάτως, επιτράπηκαν στην Ευρώπη ορισμένοι ισχυρισμοί υγείας σχετικοί με το DHA, συμπεριλαμβανομένων της ανάπτυξης του εγκεφάλου και του ματιού στα βρέφη.8 Τα στοιχεία για τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις (πέρα από τη βρεφική breastfeedingηλικία) του DHA στη γνωσιακή ανάπτυξη παραμένουν ασαφή.1 Αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια έλλειψη μελετών με μακροχρόνιο σχεδιασμό σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές της γνωσιακής και συμπεριφορικής λειτουργίας καθώς και στην πολυπλοκότητα και τη δυσκολία να εκτιμηθεί η νευροανάπτυξη στα παιδιά.1,9

Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) συμβουλεύει τις έγκυες και θηλάζουσες μητέρες να καταναλώνουν επιπλέον 100-200 mg DHA την ημέρα, επιπρόσθετα από τις 2 μερίδες θαλασσινών (ψάρι και οστρακόδερμα) ανά εβδομάδα.10,11 Τα τρόφιμα (π.χ. ψωμί, σάλτσες, προϊόντα κρέατος, αβγά) ή τα συμπληρώματα μπορεί να είναι εμπλουτισμένα με ω-3 λιπαρά οξέα.10 Η σύσταση για τα βρέφη 6-24 μηνών είναι 100 mg DHA την ημέρα και για τα παιδιά 2-18 ετών 250 mg DHA ημερησίως.12

Το ΑΑ είναι επίσης ένα σημαντικό δομικό συστατικό του εγκεφάλου, του νευρικού ιστού, της εσωτερικής επένδυσης των αιμοφόρων αγγείων, της καρδιάς, του ήπατος, των νεφρών, του πλακούντα και βασικά των πιο σημαντικών οργάνων.1,3 Το AA συγκεντρώνεται στον εγκέφαλο των εμβρύων ειδικά στην πρώιμη φάση της εγκυμοσύνης.1,6 Tα μεταβολικά παράγωγα του ΑΑ ελέγχουν τη ροή αίματος, την προσκόλληση των αιμοπεταλίων (όταν τα αιμοπετάλια στο αίμα προσκολλώνται σε ένα τραυματισμένο αιμοφόρο αγγείο), τη λειτουργία του ανοσοποιητικού και την αναπαραγωγή. Πράγματι, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχουν δηλώσει ότι «μικρή αμφιβολία μπορεί να υπάρχει σχετικά με την αναγκαιότητα των DHA και ΑΑ για τον εγκέφαλο».13 Ενώ μια πρόσφατη άποψη της EFSA αναφέρει ότι είναι ακόμα ασαφές εάν η διαιτητική πρόσληψη του ΑΑ είναι κριτικής σημασίας σε σύγκριση με αυτή του DHA.1,3

Το βαξενικό οξύ, ένα τρανς λιπαρό οξύ που βρίσκεται φυσικά στο μητρικό γάλα, έχει φανεί σημαντικό, μαζί με άλλα μακράς αλύσου λιπαρά οξέα όπως το DHA, στην πρόληψη της εμφάνισης αλλεργιών στα μικρά παιδιά.4 Παρομοίως, το νευρονικό οξύ, παρόν σε συγκεντρώσεις περίπου 0,05% (των συνολικών λιπιδίων), ενσωματώνεται στο αναπτυσσόμενο κεντρικό νευρικό σύστημα, κυρίως από τη μέση της κύησης, μέχρι το τέλος του δεύτερου χρόνου μετά τη γέννηση.5

Γάλατα βρεφικής και νηπιακής ηλικίας

Με το πέρασμα των ετών, μεγάλη προσπάθεια έχει επικεντρωθεί στο να προσομοιάσουν τα βρεφικά γάλατα στο μητρικό γάλα. Ενώ ο αποκλειστικός θηλασμός είναι η προτιμότερη εκλογή για τα βρέφη κατά τους 6 πρώτους μήνες της ζωής, αυτό δεν αποτελεί πάντα μια επιλογή, οπότε χρειάζεται τότε να βασιστεί κανείς στα βρεφικά γάλατα. Ως εκ τούτου, μια πρόσφατη άποψη της EFSA προτείνει ότι το DHA θα πρέπει να προστεθεί στα γάλατα βρεφικής και νηπιακής ηλικίας (που μπορεί να δίνονται ως συμπληρωματική σίτιση), και ότι στα μη θηλάζοντα βρέφη θα πρέπει να δίνονται παρόμοιες ποσότητες DHA με αυτές για τα θηλάζοντα.1 Η άποψη αυτή της EFSA θεώρησε μη απαραίτητη την προσθήκη του ΑΑ στα βρεφικά γάλατα.1 Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις συστάσεις του Κώδικα Τροφίμων (Codex Alimentarius) (διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα), όπου αποτυπώνεται ότι εάν προστεθεί DHA στα βρεφικά γάλατα, το περιεχόμενο σε ΑΑ θα πρέπει να φτάνει τουλάχιστον την ίδια συγκέντρωση με το DHA.14 Η απαίτηση σε ΑΑ και DHA για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και για την υγεία έχει οριστεί από τους FAO/WHO σε 0,2-0,3% της ενέργειας ή 0,4-0,6% των λιπαρών οξέων, για τα βρεφικά γάλατα ηλικίας 0-6 μηνών.13 Περισσότερη έρευνα χρειάζεται σε αυτόν τον τομέα, ώστε να ελεγχθούν τα βρεφικά γάλατα χωρίς πρόσθετο ΑΑ ως προς την καταλληλότητα και την ασφάλειά τους.15

Ενώ είναι αναγκαία έρευνα περαιτέρω για να διαλευκάνει τη σχέση μεταξύ διαιτητικής πρόσληψης των κατά συνθήκη απαραίτητων λιπαρών οξέων και της νευρολογικής ανάπτυξης, είναι σαφές ότι αυτά τα λιπαρά οξέα παίζουν στον ανθρώπινο οργανισμό ρόλο καίριας σημασίας.


Αναφορές:

  1. European Food Safety Authority (2014). Scientific Opinion on the essential composition of infant and follow-on formulae. EFSA Journal 12(7):3760.
  2. Brenna JT et al. (2007). Docosahexaenoic and arachidonic acid concentrations in human breast milk worldwide. American Journal of Clinical Nutrition 85:1457-1464.
  3. Lauritzen L et al. (2014). Dietary arachidonic acid in perinatal nutrition: a commentary. Pediatric Research. doi: 10.1038/pr.2014.166.
  4. Thijs C1 et al. (2011). Fatty acids in breast milk and development of atopic eczema and allergic sensitisation in infancy. Allergy 66(1):58-67.
  5. Sala-Vila A et al. (2004). The source of long-chain PUFA in formula supplements does not affect the fatty acid composition of plasma lipids in full-term infants. Journal of Nutrition 134(4):868-873.
  6. Kuipers RS et al. (2011). Intrauterine, postpartum and adult relationships between arachidonic acid (AA) and docosahexaenoic acid (DHA). Prostaglandins, Leukotrienes and Essential Fatty Acids 85:245-252.
  7. Ryan AS et al. (2013). Role of Fatty Acids in the Neurological Development of Children (Chapter 26). In Watson RR et al. (ed.) Nutrition in Infancy: Volume 2 Nutrition and Health. New York, US: Springer Science.
  8. European Commission website, EU Register of nutrition and health claims made of foods.
  9. Hoffman DR et al. (2009). Toward optimizing of vision and cognition in term infants by dietary docosahexaenoic acid ad arachidonic acid supplementation: a review of roandomized controlled trials. Prostaglandins Leukot Essent Fatty Acids 81:151-158.
  10. EFSA Panel on Dietetic Products, Nutrition and Allergies (NDA) (2012). Scientific Opinion on the Tolerable Upper Intake Level of eicosapentaenoic acid (EPA), docosahexaenoic acid (DHA) and docosapentaenoic acid (DPA). EFSA Journal 10(7):2815.
  11. EFSA Panel on Dietetic Products, Nutrition and Allergies (NDA) (2014). Scientific Opinion on health benefits of seafood (fish and shellfish) consumption in relation to health risks associated with exposure to methylmercury. EFSA Journal 12(7):3761.
  12. European Food Safety Authority (2014). Scientific Opinion on the substantiation of a health claim related to DHA and contribution to normal brain development pursuant to Article 14 of Regulation (EC) No 1924/2006. EFSA Journal 12(10):3840.
  13. FAO/WHO (2010). Fats and Fatty Acids in Human Nutrition, Report of an expert consultation. Food and Nutrition Paper no 91. Rome: FAO. ISSN 0254-4725.
  14. CODEX Alimentarius (2011). Standard for infant formula and formulas for special medical purposes intended for infants. Codex Stan 72 – 1981.
  15. Koletzko B1 et al. (2015).Should Infant Formula Provide Both Omega-3 DHA and Omega-6 Arachidonic Acid? Annals of Nutrition and Metabolism 66(2-3):137-138.Πηγή: Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (EUFIC)Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (EUFIC) είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που παρέχει πληροφορίες βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια & την ποιότητα τροφίμων και την υγεία & τη διατροφή στα μέσα ενημέρωσης, τους επαγγελματίες υγείας και διατροφής, τους εκπαιδευτικούς και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, με τρόπο τέτοιο ώστε να μπορούν να καταλάβουν οι καταναλωτές.

Τρόφιμα, σωματική δραστηριότητα και καρκίνος

 

cancer-ribbons-24

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα υπερ της ενίσχυσης της αντιμετώπισης του καρκίνου, αναδημοσιεύουμε από τον ιστότοπο του EuFIC

Τον Νοέμβριο του 2007 δημοσιεύτηκε μια μεγάλη αναφορά, η οποία έκανε μια ανασκόπηση των υπαρχουσών μελετών για τον σχετικό κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων ειδών καρκίνου εξαιτίας των επιλογών μας στον τρόπο ζωής. Λαμβάνοντας υπόψη έρευνες υψηλής ποιότητας και την άποψη των πιο ειδικών επιστημόνων διεθνώς, η αναφορά αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε με τη συνεργασία του Παγκόσμιου Ιδρύματος για την Έρευνα στον Καρκίνο (World Cancer Research Fund, WCRF) και του Αμερικάνικου Ινστιτούτου για την Έρευνα στον Καρκίνο (American Institute for Cancer Research, AICR), περιλαμβάνει τα πιο σύγχρονα δεδομένα για τη σχέση των τροφίμων, της σύστασης σώματος, της σωματικής δραστηριότητας και των διαφόρων ειδών καρκίνου.

Κάποιοι καρκίνοι ίσως μπορούν να προληφθούν

Παρόλο που οι βλάβες στο DNA (γενετικό υλικό) προάγουν τον καρκίνο, μόνο το 5-10% των καρκίνων είναι άμεσα κληρονομήσιμοι, ενώ κάποιος που έχει κληρονομήσει ένα γονίδιο πcancer_ribbon_colors_meaning-300x221ου προάγει τον καρκίνο δεν θα αναπτύξει απαραίτητα καρκίνο και ο ίδιος (είναι, όμως, σε αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό). Η έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες που προάγουν τη βλάβη του γενετικού υλικού είναι μακράν ο πιο σημαντικός καθοριστικός παράγοντας για το αν θα αναπτύξουμε ή όχι καρκίνο. Παρόλο που δεν μπορούν να αποφευχθούν όλα τα περιβαλλοντικά καρκινογόνα (ουσίες που προάγουν τον καρκίνο), όπως ο καπνός του τσιγάρου, η ακτινοβολία και οι λοιμώξεις, υπάρχουν πολλές πτυχές της καθημερινής μας ζωής, οι οποίες μπορούν να τροποποιηθούν, ώστε να προληφθεί η βλάβη του DNA μας, όπως η υγιεινή διατροφή και άλλες επιλογές στον γενικότερο τρόπο ζωής.

Το ιστορικό της αναφοράς

Από την πρώτη αναφορά του WCRF πριν από 10 χρόνια, η έρευνα για την πρόληψη του καρκίνου έχει εξελιχθεί σημαντικά, και έχουν αναπτυχθεί νέες βελτιωμένες ηλεκτρονικές μέθοδοι ανάλυσης και αξιολόγησης των δεδομένων. Η ανάγκη για μια ενημερωμένη αναφορά ήταν ξεκάθαρη. Μέσω μιας 5ετούς διαδικασίας, περισσότεροι από 20 επιφανείς επιστήμονες παγκοσμίως εξέτασαν μια σειρά από εξειδικευμένες συστηματικές ανασκοπήσεις της παγκόσμιας βιβλιογραφίας, για να διερευνήσουν πώς οι τροποποιήσιμοι παράγοντες του τρόπου ζωής μας επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου (WCRF/ AICR 2007). Με βάση την ποιότητα και την ισχύ των δεδομένων, προέκυψαν συμπεράσματα για το αν οι σχέσεις αιτιότητας ή πρόληψης μεταξύ του καρκίνου από τη μια και των τροφίμων, των θρεπτικών συστατικών, της σύστασης σώματος και της σωματικής δραστηριότητας από την άλλη, είναι πειστικές, πιθανές ή περιορισμένες. Όταν τα συσσωρευμένα επιδημιολογικά στοιχεία, τα πειραματικά και βιολογικά ευρήματα είναι σταθερά, αμερόληπτα, ισχυρά, διαβαθμισμένα, συνεκτικά, επαναλαμβανόμενα και αληθοφανή, είναι πιθανότερο να υπάρχει αιτιακή σχέση. Το παρόν άρθρο εστιάζει στα βασικά συμπεράσματα για τέτοιες πιθανές αιτιακές σχέσεις

Σωματική δραστηριότητα417912_581421048543324_1502591325_n

Παρόλο που ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να είναι σωματικά δραστήριος σε τακτική βάση, τα τελευταία χρόνια, ειδικά στις οικονομικά εύπορες χώρες, τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας μειώνονται διαρκώς. Η επαγγελματική ενασχόληση έχει γίνει πιο καθιστική, τα περισσότερα ταξίδια πραγματοποιούνται με μηχανοκίνητα οχήματα, οι περισσότερες δουλειές του σπιτιού γίνονται από μηχανές και η ενεργητική αναψυχή έχει αντικατασταθεί από την τηλεόραση, τον υπολογιστή και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αυτή η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας είναι πιθανώς ένας σημαντικός παράγοντας για την εμφάνιση υπέρβαρου και παχυσαρκίας, καταστάσεις που από μόνες τους αυξάνουν τον κίνδυνο κάποιων ειδών καρκίνου. Η αναφορά υποστηρίζει τη γενική θεωρία ότι ο άνθρωπος εξελίχθηκε και προσαρμόστηκε να είναι σωματικά δραστήριος καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και ότι ο καθιστικός τρόπος ζωής μπορεί να είναι ανθυγιεινός.

Συμπέρασμα

Υπάρχουν πειστικά δεδομένα ότι η σωματική δραστηριότητα προστατεύει έναντι του καρκίνου του παχέος εντέρου, και πιθανώς έναντι του καρκίνου του ενδρομητρίου και του μαστού στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Τα δεδομένα συνηγορούν στη σύσταση ότι όλα τα είδη και επίπεδα σωματικής δραστηριότητας μπορούν να δρουν προστατευτικά, ενώ υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για συγκεκριμένες σωματικές δραστηριότητες.

Υπερβολικό λίπος στο σώμα

Εξαιτίας της τρέχουσας κατάστασης αφθονίας έχει προκύψει μια νέα και επιτακτική ανησυχία: το υπέρβαρο και η παχυσαρκία ως πανδημία. Οι μηχανισμοί μέσω των οποίων το υπερβάλλον λίπος στο σώμα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου δεν είναι καλά κατανοητοί. Παρ’ όλα αυτά, τα δεδομένα υποστηρίζουν τα εξής:

Η παχυσαρκία, ειδικά η συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή χώρα, προκαλεί αύξηση, πέρα από τα φυσιολογικά όρια, ορμονών και παραγόντων ανάπτυξης, που προάγουν την ανάπτυξη καρκινογόνων κυττάρων. Για παράδειγμα, η υψηλή παραγωγή ινσουλίνης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και του ενδομητρίου, και πιθανώς καρκίνου του παγκρέατος και των νεφρών, ενώ η υπερβολική λεπτίνη στο αίμα σχετίζεται με καρκίνο του παχέος εντέρου και του προστάτη.

Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από μια ήπιου βαθμού αλλά χρόνια φλεγμονώδη κατάσταση. Η φλεγμονή είναι μια φυσιολογική αντίδραση στις μολύνσεις ή το τραύμα, η οποία, σε οξεία φάση, μπορεί να είναι βοηθητική. Εντούτοις, η χρόνια φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει σε βλάβες του DNA και προαγωγή του καρκίνου.

Συμπέρασμα

Η αιτιακή σχέση μεταξύ υπερβάλλοντος λίπους στο σώμα και καρκίνου είναι πλέον ισχυρότερη απ’ ό,τι ήταν τη δεκαετία του ’90. Συγκεκριμένα, υπάρχουν πειστικά δεδομένα ότι υφίσταται αιτιακή σχέση μεταξύ υπερβάλλοντος λίπους στο σώμα και καρκίνου του οισοφάγου, του παγκρέατος, του παχέος εντέρου, του ενδρομητρίου, των νεφρών και του μαστού (σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες), και ενδεχομένως και του καρκίνου της χοληδόχου κύστεως, άμεσα και έμμεσα μέσω του σχηματισμού χολολίθων. Σε αντιδιαστολή με αυτά, το υπερβάλλον λίπος στο σώμα πιθανότατα προστατεύει από καρκίνο του μαστού στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά δεν έχει αναγνωριστεί κανένας μηχανισμός για αυτή την επίδραση.

Θηλασμός

breastfeedingΑρχικά, το επιστημονικό ενδιαφέρον γύρω από τον θηλασμό εστίαζε στα πλεονεκτήματα του ανθρώπινου γάλακτος για το αναπτυσσόμενο βρέφος∙ ωστόσο, πιο πρόσφατες έρευνες ανέδειξαν τις ευεργετικές του επιδράσεις για τη μετέπειτα ζωή του παιδιού, αλλά και για τη μητέρα. Τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι όσο μεγαλύτερη διάρκεια έχει ο θηλασμός, τόσο μεγαλύτερη είναι η προστασία για τη γυναίκα έναντι του καρκίνου του μαστού. Πιστεύεται ότι υπεύθυνος μηχανισμός για αυτή την ευεργετική επίδραση είναι οι αλλαγές στις ορμόνες που σχετίζονται με τη μείωση των έμμηνων κύκλων.

Συμπέρασμα

Υπάρχουν πειστικά δεδομένα ότι ο θηλασμός προστατεύει τη μητέρα από την εμφάνιση καρκίνου του μαστού, σε όλες τις ηλικίες (ακόμα και μετά την εμμηνόπαυση).

Διαιτητικές ίνες

Οι διαιτητικές ίνες βρίσκονται κυρίως στους καρπούς δημητριακών, τις ρίζες και τους βολβούς, τα όσπρια, τα φρούτα και τα λαχανικά. Παρόλο που δεν υπάρχει ξεκάθαρη σχέση μεταξύ συγκεκριμένων αμυλούχων τροφίμων και καρκίνου, υπάρχουν εκτενή δεδομένα ότι οι διαιτητικές ίνες δρουν προστατευτικά έναντι του καρκίνου του εντέρου. Οι ίνες αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων και επιταχύνουν τη διέλευση των υπολειμμάτων από το έντερο, επιταχύνοντας έτσι ίσως και την απομάκρυνση των καρκινογόνων από τον οργανισμό. Οι ίνες, επιπλέον, ζυμώνονται εν μέρει στο έντερο από τα βακτήρια που αποικούν εκεί, παράγοντας λιπαρά οξέα μικρής αλύσου, τα οποία βοηθούν στη διατήρηση της καλής λειτουργίας και της υγείας των εντερικών κυττάρων.

Συμπέρασμα

Τρόφιμα που περιέχουν διαιτητικές ίνες πιθανό προστατεύουν από τον καρκίνο του εντέρου.

Φρούτα και λαχανικά

dietary-fiberΤα φρούτα και λαχανικά αποτελούν κύρια πηγή βιταμινών, μετάλλων και φυτοθρεπτικών συστατικών στη δίαιτα. Στην αναφορά ήταν γενικά δύσκολο να περιγραφεί μια σχέση μεταξύ συγκεκριμένων τροφίμων φυτικής προέλευσης και καρκίνου, εξαιτίας των πολυάριθμων θρεπτικών συστατικών που περιέχονται σε καθένα από αυτά, όλα εκ των οποίων μπορεί να εμφανίζουν μια προστατευτική επίδραση. Περισσότερες, πληροφορίες έχουν συλλεχθεί από έρευνες που έχουν μελετήσει κάποια πολύ σημαντικά συστατικά, όπως το καροτένιο, το λυκοπένιο, τη βιταμίνη C, τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β και το σελήνιο. Αυτά τα ενεργά συστατικά προστατεύουν το DΝΑ από την οξειδωτική καταστροφή ή/και μπορεί να εμποδίσουν την ενεργοποίηση των καρκινογόνων στο σώμα, είτε αναστέλλοντας την ανάπτυξη είτε προκαλώντας τον θάνατο των καρκινικών κυττάρων.

Συμπέρασμα

Σύμφωνα με την αναφορά, τα στοιχεία ότι τα φρούτα και τα λαχανικά προστατεύουν από τον καρκίνο είναι λιγότερο αδιάσειστα απ’ ό,τι πιστευόταν στο παρελθόν. Είναι πιθανόν τα μη αμυλώδη λαχανικά και φρούτα να προστατεύουν από την εμφάνιση καρκίνου του στόματος, του φάρυγγα, του οισοφάγου, των πνευμόνων και του στομάχου. Τρόφιμα με πιθανή προστατευτική δράση έναντι συγκεκριμένων ειδών καρκίνου είναι:

  • κομμένο σκόρδο για τον καρκίνο του στομάχου (ο τεμαχισμός απελευθερώνει ένα ένζυμο που προάγει τον σχηματισμό ευεργετικών θειϊκών ενώσεων)
  • καροτενοειδή για τον καρκίνο του στόματος, του φάρυγγα και των πνευμόνων
  • λυκοπένιο (βρίσκεται στις τομάτες, ειδικά στα επεξεργασμένα προϊόντα τους, όπως σάλτσα, σούπες, κέτσαπ) για τον καρκίνο του προστάτη
  • βιταμίνη C για τον καρκίνο του οισοφάγου.

Αλκοόλ

Το αλκοόλ καταναλώνεται στις περισσότερες κοινωνίες από την παλαιολιθική εποχή, ίσως και νωρίτερα. Οι μπύρες, τα κρασιά και άλλα αλκοολούχα ποτά είναι δημοφιλή, και παρόλο που η παρατεταμένη κατανάλωση υψηλών ποσοτήτων αλκοόλ αποτελεί μια καλά τεκμηριωμένη αιτία για κίρρωση του ήπατος, η γνώση για άλλες αρνητικές επιδράσεις έχει αποκτηθεί μόνο πρόσφατα. Η αιθανόλη εντάσσεται στα καρκινογόνα για τον άνθρωπο, ενώ η πρόκληση καρκίνου είναι ανεξάρτητη από το είδος του ποτού. Στην εν λόγω αναφορά δεν παρατηρήθηκε κάποιο ασφαλές όριο για την κατανάλωση αλκοόλ (μια ποσότητα, δηλαδή, μέχρι την οποία ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου δεν αυξάνει), και γενικά βρέθηκε ότι όσο μεγαλύτερη η κατανάλωση αλκοόλ, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου.

Συμπέρασμα

Τα δεδομένα είναι πιο ισχυρά από ποτέ άλλοτε. Υπάρχουν πειστικά στοιχεία για αιτιακή σχέση μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ και εμφάνισης καρκίνου του στόματος, του φάρυγγα, του οισοφάγου, του παχέος εντέρου (στους άνδρες) και του μαστού (στις γυναίκες). Επίσης, αιτιακή σχέση ίσως υπάρχει στις γυναίκες και για την ανάπτυξη καρκίνου του ήπατος και του εντέρου.

Κρέας, πουλερικά, ψάρι και αβγά

Υπάρχει η γενική πεποίθηση ότι ο άνθρωπος εξελίχθηκε ως παμφάγο και ότι οι υγιεινές δίαιτες περιλαμβάνουν τρόφιμα τόσο φυτικής όσο και ζωικής προέλευσης, όπως είναι το κρέας, τα πουλερικά, το ψάρι και τα αβγά. Τα τρόφιμα αυτά είναι καλές πηγές υψηλής ποιότητας πρωτεΐνης και πολλών ζωτικής σημασίας μικροθρεπτικών συστατικών. Εντούτοις, όταν καταναλώνεται κόκκινο κρέας (π.χ. μοσχάρι, αρνί, χοιρινό), τα επίπεδα των νιτροζαμινών ενώσεων στο σώμα αυξάνουν, γεγονός που εν μέρει οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητά του σε αιμικό σίδηρο. Επίσης, πολλά προϊόντα επεξεργασμένου κρέατος, όπως το ζαμπόν, το μπέικον, το παστράμι, τα λουκάνικα και άλλα κρεατοσκευάσματα, περιέχουν νιτρικά και νιτρώδη άλατα, καθώς και άλλα συντηρητικά, τα οποία προστίθενται κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης. Τα νιτρικά και νιτρώδη της δίαιτας είναι πιθανά καρκινογόνα για τον άνθρωπο, επειδή στο σώμα μετατρέπονται σε νιτροζαμίνες.

Συμπέρασμα

Υπάρχουν πειστικά δεδομένα ότι η συστηματική κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων κόκκινου κρέατος και κρεατοσκευασμάτων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του εντέρου.

Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα

Το γάλα και τα προϊόντά του, όπως το τυρί, το βούτυρο, το γιαούρτι, καταναλώνονται από τότε που εξημερώθηκαν τα κατάλληλα μηρυκαστικά ζώα. Το διαιτητικό ασβέστιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης κατανάλωσης των γαλακτοκομικών προϊόντων στις δυτικοποιημένες περιοχές, όπως η Ευρώπη. Το διαιτητικό ασβέστιο θεωρείται ότι προστατεύει από τον καρκίνο, καθώς επηρεάζει άμεσα την ανάπτυξη και αναγέννηση των κυττάρων, και συνδέεται με τα χολικά άλατα και το λίπος στον εντερικό σωλήνα, εμποδίζοντάς τα από να καταστρέψουν την επιφάνεια του εντερικού αυλού. Το γάλα περιέχει επίσης βιοενεργά συστατικά με πιθανό προστατευτικό ρόλο. Από την άλλη μεριά, η υψηλή πρόσληψη ασβεστίου μπορεί να αυξήσει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στον προστάτη.

Συμπέρασμα

Τα στοιχεία για τη σχέση καρκίνου-γαλακτοκομικών προϊόντων δείχνουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Το γάλα πιθανώς προστατεύει έναντι του καρκίνου του παχέος εντέρου, ενώ υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία που συνιστούν ότι το γάλα προστατεύει και από τον καρκίνο της χοληδόχου κύστεως. Υπάρχει, όμως, και μια πιθανή αιτιακή σχέση μεταξύ δίαιτας υψηλής σε ασβέστιο και κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του προστάτη.

Λίπη, έλαια, σάκχαρα και αλάτι

Τα λίπη και έλαια είναι τα πιο ενεργειακά πυκνά συστατικά της δίαιτας. Τα σάκχαρα είναι υδατάνθρακες με γλυκιά γεύση. Τα λίπη και τα σάκχαρα αποτελούν συστατικά πολλών ενεργειακά πυκνών τροφίμων και ποτών, η κατανάλωση των οποίων μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση του βάρους και της παχυσαρκίας, καταστάσεις που με τη σειρά τους μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν πειστικά ή πιθανά δεδομένα ότι τα λίπη, τα έλαια ή τα σάκχαρα προκαλούν ειδικά κάποιο τύπο καρκίνου

Το αλάτι (χλωριούχο νάτριο), που στο παρελθόν ήταν ένα ακριβό αγαθό είναι απαραίτητο για τη φυσιολογική λειτουργία του σώματος. Στις μέρες μας το αλάτι είναι άφθονο και βρίσκεται κυρίως στα διατηρημένα με αλάτι τρόφιμα, όπως τα αλατισμένα κρέατα, το ψάρι, τις ελιές, πολλά επεξεργασμένα τρόφιμα, π.χ. λουκάνικα, έτοιμα γεύματα, έτοιμες σάλτες, και προφανώς σε πατατάκια, ξηρούς καρπούς και άλλα παρόμοια σνακ. Υπάρχουν στοιχεία ότι η υψηλή κατανάλωση άλατος προκαλεί βλάβες στην επιφάνεια του στομάχου, αυξάνει την παραγωγή νιτροζαμινών στο σώμα και προάγει την καρκινογένεση στο στομάχι.

Συμπέρασμα

Υψηλές προσλήψεις άλατος και τροφίμων διατηρημένων σε αυτό πιθανώς να συμβάλλουν στην αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του στομάχου.

Σημαντική συνεισφορά

Οι μη μεταδοτικές νόσοι, όπως ο καρκίνος, αποτελούν κύρια επιβάρυνση για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως. Η παρούσα αναφορά, ανασκοπώντας τα υπάρχοντα δεδομένα, αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά στις γνώσεις μας για τον καρκίνο. Μάς βοηθά να καθορίσουμε τον βαθμό στον οποίο τα τρόφιμα, η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα και η σύσταση σώματος επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, και εστιάζει στους σημαντικότερους παράγοντες. Η πληροφόρηση αυτή θα χρησιμοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο, συνδυαζόμενη με τις συστάσεις από τις εθνικές κυβερνήσεις, για να πρoάγει τον υγιεινό τρόπο ζωής.

Οι έξυπνες επιλογές στα τρόφιμα και τον τρόπο ζωής μας ήδη από την παιδική ηλικία και κατά την ενήλικη ζωή θα μας βοηθήσουν να μειώσουμε τον κίνδυνο εμφάνισης συγκεκριμένων νοσογόνων καταστάσεων, όπως η παχυσαρκία, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, η υπέρταση, ο διαβήτης και κάποια είδη καρκίνου. Η ισορροπημένη διαιτητική πρόσληψη, η μέτρια κατανάλωση κάποιων τροφίμων και η ύπαρξη ποικιλίας από διάφορα τρόφιμα συνιστούν το πλαίσιο μιας υγιεινής διατροφής.

Βιβλιογραφικές πηγές

WCRF/AICR (1997). Food, Nutrition and the Prevention of Cancer – a Global Perspective. Washington D.C.

WCRF/AICR (2007). Food, Nutrition, Physical Activity and the Prevention of Cancer – a Global Perspective. Washington D.C. Available from www.dietandcancerreport.org

Πηγή: Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (EUFIC)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (EUFIC) είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που παρέχει πληροφορίες βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια & την ποιότητα τροφίμων και την υγεία & τη διατροφή στα μέσα ενημέρωσης, τους επαγγελματίες υγείας και διατροφής, τους εκπαιδευτικούς και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, με τρόπο τέτοιο ώστε να μπορούν να καταλάβουν οι καταναλωτές.

Η κοιλιοκάκη είναι σε άνοδο στην Ευρώπη

αναδημοσίευση απτον ιστότοπο του EuFIC

Η κοιλιοκάκη είναι μια νόσος που προκαλεί βλάβες στο έντερο και μπορεί να αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής. Η υιοθέτηση μιας δίαιτας ελεύθερης γλουτένης είναι προς το παρόν η μόνη αποτελεσματική θεραπεία.

Τι είναι η κοιλιοκάκη;

Η κοιλιοκάκη είναι μια αυτοάνοση διαταραχή, στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά στη γλουτένη, ένα συλλογικό όνομα για το είδος της πρωτεΐνης στο σιτάρι, τη σίκαλη και το κριθάρι. Κάποια άτομα αντιδρούν και στη βρόμη. Προκαλούνται βλάβες στην εσωτερική επιφάνεια του λεπτού εντέρου, οι οποίες οδηγούν σε δυσαπορρόφηση των θρεπτικών συστατικών, αύξηση του κινδύνου για ανεπάρκειες θρεπτικών συστατικών, αναιμία και οστεοπόρωση. Τα συμπτώματα ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό, από πεπτικές ενοχλήσεις μέχρι κακή ανάπτυξη, δερματικά εξανθήματα ή υπογονιμότητα.1

Αυξανόμενη συχνότητα, αλλά υποεκτίμηση στη διάγνωση

Στην Ευρώπη εκτιμάται ότι 1% των ενηλίκων και των παιδιών έχουν τη νόσο.2 Η συχνότητα ποικίλει σημαντικά: για τις ηλικίες 30-64 ετών είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη στη Φινλανδία (2,4%) από ό,τι στη Γερμανία (0,3%), πιθανώς εξαιτίας τόσο γενετικών όσο και περιβαλλοντικών παραγόντων. Στη Φινλανδία η συχνότητα έχει διπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια, γεγονός που δεν μπορεί να ερμηνευτεί από το μεγαλύτερο βαθμό ανίχνευσης.3

Η μη ανίχνευση της νόσου ή η λαθεμένη διάγνωση για κοιλιοκάκη είναι συχνά φαινόμενα και μπορούν να οδηγήσουν σε συνεχείς κινδύνους για την υγεία.4 Τα συμπτώματα μπορεί να απουσιάζουν ή να είναι μη ειδικά, και συχνά συγχέονται με αυτά του συνδρόμου του ευερέθιστού εντέρου. Αυτό διαιωνίζεται εξαιτίας της εσφαλμένης αντίληψης ότι οι ασθενείς με κοιλιοκάκη είναι λιποβαρείς, ενώ στην πραγματικότητα πολλοί από αυτούς είναι φυσιολογικού βάρους ή υπέρβαροι.1 Προς το παρόν, ο έλεγχος συστήνεται για τα συμπτωματικά άτομα (συμπεριλαμβανομένων και των σχετιζόμενων καταστάσεων, όπως η οστεοπόρωση ή η σιδηροπενική αναιμία) και για τα άτομα που έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, όπως άτομα με υπάρχον αυτοάνοσο νόσημα (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, αυτοάνοσος υποθυρεοειδισμός) ή με πρώτου βαθμού συγγενείς με κοιλιοκάκη.5 Πριν από τον αποκλεισμό της γλουτένης από τη δίαιτα, η διάγνωση περιλαμβάνει τη λήψη αίματος και συχνά βιοψίας από το λεπτό έντερο.

Η πρόκληση μιας δια βίου δίαιτας ελεύθερης γλουτένης

Μια αυστηρή δια βίου ελεύθερη γλουτένης δίαιτα επιτρέπει στο λεπτό έντερο να αναρρώσει. Προφανείς πηγές γλουτένης είναι το ψωμί, πολλά δημητριακά πρωινού, τα ζυμαρικά, η πίτσα, τα κέικ και τα μπισκότα. Η γλουτένη, όμως, χρησιμοποιείται επίσης για την παρασκευή διαφόρων προϊόντων, όπως λουκάνικων, κύβων ζωμού, σουπών και σαλτσών. Φυσικά τρόφιμα ελεύθερα γλουτένης περιλαμβάνουν το κρέας, το ψάρι, τα αυγά, τα λαχανικά, τα γαλακτοκομικά, τα όσπρια, τις πατάτες, το ρύζι, το καλαμπόκι, την κινόα και το φαγόπυρο. Υπάρχουν και υποκατάστατα τροφίμων, όπως ειδικά παρασκευασμένα ελεύθερα γλουτένης ψωμί, αλεύρι, ζυμαρικά και κράκερ, των οποίων η ποικιλία έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, και σε μερικές χώρες είναι διαθέσιμα με συνταγή.1

Ακούσια κατανάλωση γλουτένης μπορεί να συμβεί, όπως για παράδειγμα από διασταυρούμενη μόλυνση, για αυτό τα τρόφιμα ελεύθερα γλουτένης θα πρέπει να παρασκευάζονται σε ξεχωριστά σκεύη, π.χ. τοστιέρα.1 Τα άτομα με κοιλιοκάκη διαφέρουν ως προς την ευαισθησία τους να ανιχνεύουν ποσότητες γλουτένης.6

Υπάρχει σύγχυση για το εάν η βρόμη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται σε μία δίαιτα ελεύθερη γλουτένης. Κατά την άλεση η βρόμη έρχεται συχνά σε επαφή με σιτάρι, σίκαλη ή κριθάρι. Καθαρή, μη μολυσμένη βρόμη, επισημασμένη ως «ελεύθερη γλουτένης», θεωρείται ασφαλής για τα περισσότερα άτομα. Παρόλα αυτά, ένα μικρό ποσοστό ατόμων μπορεί (επιπλέον) να εμφανίζει ανοσολογική αντίδραση στην αβενίνη, μια πρωτεΐνη παρόμοια της γλουτένης που βρίσκεται στη βρόμη. Όσα άτομα πρωτοδιαγιγνώσκονται με κοιλιοκάκη θα πρέπει να αποφεύγουν τη βρόμη μέχρι να επιτευχθεί ένα καλός έλεγχος της νόσου με την εφαρμογή μιας ελεύθερης γλουτένης δίαιτας, οπότε και σταδιακά μπορεί να εισαχθεί η βρόμη, παρακολουθώντας τις πιθανές ανεπιθύμητες αντιδράσεις.7

 

Κατάλληλα εκπαιδευμένοι διαιτολόγοι μπορούν να βοηθήσουν ως προς την εξασφάλιση μιας ισορροπημένης δίαιτας, με επαρκείς ποσότητες διαιτητικών ινών και μικροθρεπτικών συστατικών, όπως το ασβέστιο. Υποστήριξη παρέχουν, επίσης, και οι επίσημοι σύλλογοι για την κοιλιοκάκη σε όλη την Ευρώπη.1

Επισήμανση τροφίμων

Εάν ένα συστατικό που περιέχει γλουτένη χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή τροφίμων, τότε η πηγή γλουτένης πρέπει να εμφανίζεται στην ετικέτα του τροφίμου. Οι κανόνες επισήμανσης που θα είναι σε ισχύ από τα τέλη του 2014 θα απαιτούν τα δημητριακά που περιέχουν γλουτένη να επισημαίνονται στη λίστα των συστατικών. Η απαίτηση αυτή θα επεκτείνεται επίσης και σε μη προσυσκευασμένα τρόφιμα που πωλούνται χύμα, π.χ. σε εστιατόρια. Τα τρόφιμα που επισημαίνονται ως «ελεύθερα γλουτένης» δεν πρέπει να περιέχουν περισσότερα από 20 mg γλουτένης ανά κιλό. Ειδικά προϊόντα που περιέχουν μεταξύ 20 και 100 mg γλουτένης ανά κιλό μπορούν να επισημαίνονται ως «πολύ χαμηλής γλουτένης».6 Οι παραγωγοί θα πρέπει να εφαρμόζουν όλες τις διαδικασίες προκειμένου να αποφευχθεί η διασταυρούμενη μόλυνση. Ένα λογότυπο με ένα «διαγραμμένο» στάχυ σε χιαστί σχηματισμό, αναγνωρισμένο παγκοσμίως από τα άτομα με κοιλιοκάκη, είναι διαθέσιμο στους παραγωγούς και τους εμπόρους, για να βοηθήσουν τους καταναλωτές να επιλέγουν ασφαλή προϊόντα.1

Πρόληψη και νέες θεραπείες

Μια πρόσφατη μελέτη υποδεικνύει ότι η σταδιακή εισαγωγή τροφίμων που περιέχουν γλουτένη στη δίαιτα των βρεφών μετά από τους τέσσερις, αλλά πριν τους επτά μήνες, και ενώ συνεχίζεται παράλληλα ο θηλασμός, μπορεί να προστατεύσει από την εμφάνιση ή να καθυστερήσει την έναρξη της νόσου.8 Οι νέες θεραπείες που μελετώνται για μια ευκολότερη ζωή ελεύθερη γλουτένης στο μέλλον περιλαμβάνουν τη γενετική τροποποίηση του σιταριού, ώστε να απομακρυνθεί η γλουτένη, και φάρμακα ή εμβόλια που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την πρόκληση βλαβών στο έντερο από τη γλουτένη.9

 

Αναφορές

Association of European Coeliac Societies: http://www.aoecs.org

Mustalahti K et al. (2010). The prevalence of celiac disease in Europe: results of a centralized, international mass screening project. Ann Med 42:587–95.

Lohi S et al. (2007). Increasing prevalence of coeliac disease over time. Aliment Pharmacol Ther 26(9):1217–25.

Evans KE et al. (2011). Is it time to screen for adult coeliac disease? Eur J Gastroenterol Hepatol 23:833–8.

Husby S et al. (2012). European Society for Pediatric Gastroenterology, Hepatology, and Nutrition guidelines for the diagnosis of coeliac disease. J Pediatr Gastroenterol Nutr 54(1):136–60.

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 41/2009 της Επιτροπής της 20ής Ιανουαρίου 2009 σχετικά με τη σύνθεση και την επισήμανση τροφίμων κατάλληλων για άτομα με δυσανεξία στη γλουτένη: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2009:016:0003:0005:EL:PDF

Ellis HJ & Ciclitira PJ. (2008). Should coeliac sufferers be allowed their oats? Eur J Gastroenterol Hepatol 20:492–3.

Szajewska H et al. (2012). Systematic review: early infant feeding and coeliac disease prevention. Aliment Pharmacol Ther 36(7):607–18.

Lerner A et al. (2010). New therapeutic strategies for celiac disease. Autoimmunity Reviews 9:144–7.

Πηγή:

European Food Information Council ( EuFIC )

http://www.eufic.org/article/el/page/FTARCHIVE/artid/Coeliac-disease-on-the-rise-in-Europe/

 

Ημερήσια πρόσληψη πρωτεϊνης: η αναθεώρηση της Ευρωπαϊκης Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων

Στις αρχές του Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων ( European Food Safety Authority) στα πλαίσια της γενικότερης αναθεώρησης των προσλήψεων αναφοράς για τα διάφορα διατροφικά συστατικά, ανακοίνωσε την θέση της σχετικά με την ημερήσια πρόσληψη σε πρωτεϊνη.

Η μέση πρόσληψη πρωτεΐνης των ενηλίκων στην Ευρώπη είναι μεταξύ 67 g και 114 g ανά ημέρα για τους άνδρες και από 59 γραμμάρια και 102 γραμμάρια ανά ημέρα για τις γυναίκες

Οι παρακάτω ημερήσιες συστασεις ισχύουν για μεικτή διατροφική πρωτεΐνη τόσο ζωικής προέλευσης όσο από φυτικές πηγές.

  • Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων): 0,83 g ανά κιλό σωματικού βάρους
  • Βρέφη, παιδιά και έφηβοι: μεταξύ 0,83 g και 1,31 g ανά kg σωματικού βάρους, ανάλογα με την ηλικία.
  • Οι έγκυες: επιπλέον πρόσληψη 1 g, 9 g και 28 g για το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τρίμηνο αντίστοιχα.
  • Θηλασμός: επιπλέον πρόσληψη 19 g ανά ημέρα κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών του θηλασμού και επιπλέον 13 γραμμάρια την ημέρα ανά άτομο.

Δείτε εδώ περισσότερες πληροφορίες http://www.efsa.europa.eu/en/efsajournal/pub/2557.htm

 

10+1 απαντήσεις για την αλλεργία στο γάλα

1. Είναι συχνή ;
Η αλλεργία στο γάλα αγελάδας είναι η πιο συχνή τροφική αλλεργία στα παιδιά. Υπολογίζεται ότι 2-7,5% των βρεφών εκδηλώνει αλλεργία στο γάλα.
Από αυτά τα παιδιά περίπου τα μισά εκδηλώνουν αργότερα και αλλεργία σε άλλες τροφές, όπως σόγια, αυγό, ξηρούς καρπούς κλπ.
Τα αλλεργικά στο γάλα παιδιά σε ποσοστό 50-80% θα αναπτύξουν μέχρι την εφηβεία αλλεργία σε αεροαλλεργιογόνα, θα εμφανίσουν δηλαδή αναπνευστική αλλεργία

2. Πως εκδηλώνεται ;
Στα βρέφη και στα παιδιά εκδηλώνεται με μια ποικιλία συμπτωμάτων από πολλά συστήματα. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται αμέσως μετά τη πρόσληψη του γάλακτος (κνίδωση, αγγειοοίδημα, αναφυλαξία) ή μετά από πολλές ώρες (ατοπική δερματίτιδα, γαστρεντερικές εκδηλώσεις). Οι ασθενείς μπορεί να εκδηλώσουν ένα μεμονωμένο σύμπτωμα ή συμπτώματα από πολλά όργανα. Υπολογίζεται ότι περίπου το 15% των βρεφικών κωλικών οφείλεται σε αλλεργική αντίδραση στο γάλα. Το βρέφος μετά τη σίτιση μπορεί να είναι ανήσυχο, να γκρινιάζει δείγμα ότι κάτι το ενοχλεί, να εμφανίσει διάρροιες ή εμετούς ή τέλος να υπολείπεται στην ανάπτυξη.

3. Ποια συστατικά ευθύνονται ;

Το γάλα αγελάδας αποτελεί την πρώτη ξένη πρωτεΐνη με την οποία έρχεται σε επαφή το βρέφος. Το γάλα αγελάδας αποτελείται σε ποσοστό 80% από καζεΐνες και 20% από ορογαλακτολευκωματίνες. Οι ομάδες αυτές των πρωτεϊνών μπορούν να δράσουν ως αλλεργιογόνα. Αξιοσημείωτο είναι να αναφερθεί ότι στο μητρικό γάλα η αναλογία είναι ακριβώς αντίθετη, δηλαδή αποτελείται 20% από καζεΐνες και 80% από ορογαλακτολευκωματίνες.

4. Πως γίνεται η διάγνωση ;
Οι δερματικές δοκιμασίες (τα αλλεργικά tests) και οι δοκιμασίες αναζήτησης αντισωμάτων έναντι των αλλεργιογόνων του γάλακτος στο αίμα (δοκιμασίες RAST) είναι θετικές και βοηθούν στη διάγνωση, όχι όμως σε όλες τις περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται και δίαιτα αποκλεισμού του γάλακτος που επιβεβαιώνει τη διάγνωση.

5. Ποια είναι η θεραπεία ;
Ο μητρικός θηλασμός είναι ο καλύτερος τρόπος διατροφής για το πρώτο έτος ζωής. Κάθε άλλο διατροφικό σχήμα πρέπει να θεωρείται ως εναλλακτική λύση ή δεύτερη δυνατότητα επιλογής για την διατροφή των βρεφών.

Η αντιμετώπιση των παιδιών με αλλεργία στο γάλα αγελάδας συνίσταται στην πλήρη αποφυγή πρόσληψης των πρωτεϊνών του γάλακτος. Η αρχική σύσταση είναι να συνεχισθεί ο μητρικός θηλασμός και να χορηγηθεί ένα υποαλλεργιογονικό παρασκεύασμα γάλακτος, εφόσον απαιτείται συμπληρωματικά. Η μητέρα ακολουθεί αυστηρό διαιτολόγιο αποφυγής των γαλακτοκομικών (γιατί ελάχιστες ποσότητες από τις πρωτεΐνες του γάλακτος που πίνει η μητέρα περνούν στο δικό της γάλα) παραλλήλως πρέπει να λαμβάνει συμπληρωματικά ασβέστιο και βιταμίνη D.

6. Τι είναι τα υποαλλεργιογονικά παρασκευάσματα γάλακτος ;
Για να χαρακτηρισθεί ένα παρασκεύασμα γάλακτος σαν υποαλλεργιογονικό θα πρέπει οι πρωτεΐνες που περιέχει να έχουν τροποποιηθεί έτσι ώστε να γίνεται καλά ανεκτό από το 90% των ατόμων με αλλεργία στο γάλα αγελάδας. Σήμερα υπάρχει μια πληθώρα διαθέσιμων υποαλλεργιογονικών παρασκευασμάτων που περιέχουν υδρολυμένες πρωτεΐνες από καζεΐνες, ορογαλακτολευκωματίνες, βόειο ή χοίρειο κολλαγόνο, σόγια ή μίγμα τους. Υπάρχουν και τα παρασκευάσματα αμινοξέων, τα οποία είναι διαιτητικά προϊόντα ελεύθερα λακτόζης με αμιγή αμινοξέα και τριγλυκερίδια. Στερούνται αλλεργιογονικότητας και ενδείκνυνται στο χειρισμό των βρεφών με αλλεργία στο γάλα αγελάδας που δεν ελέγχονται τα συμπτώματα τους με τη χορήγηση των υποαλλεργιογονικών παρασκευασμάτων (περίπου το 10% των παιδιών με αλλεργία στο γάλα αγελάδας). Το υψηλό τους κόστος και η κακή τους γεύση πρέπει να περιορίζει τη χορήγηση τους αυστηρά μόνα σε εκείνη τη μικρή ομάδα των βρεφών που αντιδρούν στα εκτεταμένης υδρόλυσης παρασκευάσματα. Αυτά μαζί με τα εκτεταμένης υδρόλυσης παρασκευάσματα αποτελούν τα υποαλλεργιογονικά παρασκευάσματα.

7. Το γάλα σόγιας είναι ασφαλές ;
Όσον αφορά τα παρασκευάσματα σόγιας έχει βρεθεί ότι το 8-14% των βρεφών με αλλεργία στο γάλα αγελάδας αντιδρούν στα παρασκευάσματα της σόγιας (νέα ευαισθητοποίηση στη πρωτεΐνη της σόγιας), ενώ φαίνεται ότι είναι σπάνιες οι επικίνδυνες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Αντίθετα έχει βρεθεί ότι 25-60% των βρεφών με αλλεργία στο γάλα αγελάδας και εκδηλώσεις από το γαστρεντερικό (όπως πρωκτοκολίτιδα και εντεροκολίτιδα) αντιδρούν στα παρασκευάσματα της σόγιας. Συνεπώς δεν η σόγια δεν είναι η καλλίτερη εναλλακτική λύση και πρέπει να χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ όταν ο γιατρός το επιτρέπει.

8. Το πρόβειο ή το κατσικίσιο γάλα είναι εναλλακτική λύση ;
Έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει αυξημένη διασταυρούμενη ευαισθησία μεταξύ των πρωτεϊνών του γάλακτος της αγελάδας με αυτών του γάλακτος της κατσίκας και του προβάτου. Για το λόγο αυτό αντενδείκνυται η χορήγηση των γαλάτων αυτών σε βρέφη και παιδιά με διαγνωσμένη αλλεργία στο γάλα αγελάδας.

9. Με το βράσιμο γίνεται το γάλα ασφαλές ;
Η παστερίωση του γάλακτος (στους 75 ο C για 15sec) δεν φαίνεται να ελαττώνει την αλλεργιογονικότητα του, ενώ ο βρασμός του (στους 121 ο C για 20min) έχει δειχθεί ότι καταστρέφει την αλλεργιογονικότητα των ορογαλακτολευκωματινών αλλά όχι της καζεΐνης. Η θερμότητα λοιπόν έχει βρεθεί ότι ελαττώνει αλλά δεν εξαλείφει την αλλεργιογονικότητα των πρωτεϊνών του γάλακτος.

10. Η αλλεργία στο γάλα είναι διαρκεί ισοβίως ;

Το μεγαλύτερο ποσοστό της αλλεργίας στο γάλα αγελάδας παρατηρείται στη βρεφική ηλικία με βαθμιαία ελάττωση του επιπολασμού προϊούσης της ηλικίας. Έχει αποδειχθεί ότι το 50% των βρεφών με αλλεργία στο γάλα αγελάδας χάνει την κλινική ευαισθησία στο 1ο έτος ζωής, το 70% στο 2ο έτος ζωής και το 85% στο 3ο έτος ζωής και μόνο το 15% διατηρεί την ευαισθησία στο γάλα αγελάδας τη 2η δεκαετία της ζωής.

11. Τι είναι η δυσανεξία στο γάλα αγελάδας ;
Είναι μία μεταβολική διαταραχή στην οποία λείπει από τον οργανισμό κάποιο ή κάποια ένζυμα (π. χ. ανεπάρκεια λακτάσης) που είναι απαραίτητα για το μεταβολισμό των σακχάρων του γάλακτος. Η δυσανεξία μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα και ως αλλεργία.

Πηγή:
Ελληνική Εταιρεία Αλλεργιολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας (ΕΕΑΚΑ)

Ποια είναι τα πιο σημαντικά σημεία στη διατροφή κατά τον πρώτο χρόνο ζωής;

Τί συστήνει ο EuFIC για την διατροφή κατά τον πρώτο χρόνο ζωής

Κατά τους πρώτους 12 μήνες της ζωής, ένα μωρό τριπλασιάζει το βάρος του και αυξάνει το μήκος του κατά 50%. Αυτές οι αυξήσεις στο βάρος και το ύψος είναι οι κύριοι δείκτες της διατροφικής κατάστασης και οι ακριβείς μετρήσεις τους σε τακτά χρονικά διαστήματα συγκρίνονται με πρότυπους πίνακες ανάπτυξης. Αυτές οι μετρήσεις είναι σημαντικά εργαλεία για τον έλεγχο της προόδου του παιδιού, ειδικά κατά τους 6 με 12 πρώτους μήνες ζωής.

Ο θηλασμός παραμένει ο ιδανικός τρόπος διατροφής για υγιή μωρά που γεννήθηκαν στην ώρα τους. Το ανθρώπινο γάλα αποτελεί τη βέλτιστη διατροφή για την αύξηση και την ανάπτυξη. Οι πρώτοι 4 με 6 μήνες είναι μια περίοδος ταχείας ανάπτυξης, ειδικά για το μυαλό, και η σύσταση του μητρικού γάλακτος σε αμινοξέα και λιπαρά οξέα είναι ιδανική ώστε να ανταποκριθεί σε αυτές τις ανάγκες. Το μητρικό γάλα περιέχει επίσης αντιβακτηριακούς και αντιμολυσματικούς παράγοντες, όπως οι ανοσοσφαιρίνες, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην τόνωση της ανοσολογικής λειτουργίας. Το πρωτόγαλα, που είναι το υγρό που παράγεται από το μαστικό αδένα κατά τις πρώτες μέρες μετά τη γέννα, είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και έχει υψηλά επίπεδα ανόργανων αλάτων και βιταμινών. Το πρωτόγαλα περιέχει επίσης αντισώματα, αντιμολυσματικούς παράγοντες, παράγοντες αύξησης, ένζυμα και ορμόνες, που είναι ευεργετικά για την αύξηση και την ανάπτυξη.

Ο θηλασμός συνιστάται έντονα για φυσιολογικούς, ψυχολογικούς και συναισθηματικούς λόγους. Δεν υπάρχει λόγος να μην συνεχιστεί ο θηλασμός μέχρι και για 2 χρόνια, εφόσον ικανοποιεί διατροφικά τη μητέρα και το παιδί. Ωστόσο, με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη διαθεσιμότητα εμπορικών σκευασμάτων, τα έτοιμα σκευάσματα είναι ασφαλή, αρκεί να χρησιμοποιείται ένα εγκεκριμένο σκεύασμα για μωρά και με αυστηρούς κανόνες υγιεινής. Αυτά τα βρεφικά σκευάσματα προσπαθούν να μιμηθούν όσο το δυνατό καλύτερα τη σύσταση του ανθρωπίνου γάλακτος και η χρήση τους πρέπει να ακολουθεί τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Μωρά που τρέφονται με έτοιμα σκευάσματα πρέπει επίσης να τρέφονται όποτε το ζητούν και το σκεύασμα πρέπει να προετοιμάζεται βάσει των οδηγιών του κατασκευαστή για βέλτιστη ανάπτυξη. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην αποστείρωση των σκευών ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος μόλυνσης, καθώς τα μωρά που τρέφονται με έτοιμα σκευάσματα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ανοσολογικής προστασίας όσο τα μωρά που θηλάζουν.

Πότε πρέπει να εισάγονται στερεά τρόφιμα;

Η εισαγωγή συμπληρωματικών στερεών τροφίμων είναι συνήθως μια σταδιακή διαδικασία που διαρκεί αρκετές εβδομάδες ή μήνες, ξεκινώντας περίπου στους 6 μήνες ζωής. Ο ακριβής χρόνος προσδιορίζεται από το κάθε βρέφος και μητέρα ξεχωριστά και αντανακλά το γεγονός ότι το μητρικό γάλα θα είναι αρκετό σε αυτούς τους πρώτους μήνες αλλά δεν θα επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών καθώς το βρέφος μεγαλώνει. Η εισαγωγή συμπληρωματικών τροφίμων περίπου στους 6 μήνες είναι απαραίτητη για να εξασφαλίσει τη φυσιολογική ανάπτυξη της μάσησης και της ομιλίας. Η ποιότητα, ο αριθμός και η ποικιλία των στερεών τροφίμων μπορεί αν αυξηθεί σταδιακά και ο ρυθμός γενικά επιβάλλεται από το ίδιο το παιδί. Τα δημητριακά είναι συνήθως τα πρώτα που εισάγονται στη διατροφή του μωρού (ανακατεμένα με λίγο μητρικό γάλα ή κάποιο σκεύασμα), και τα επόμενα είναι τα πολτοποιημένα φρούτα, λαχανικά και κρέατα. Με αποκλειστικό θηλασμό μέχρι τους 4 με 6 μήνες ζωής, η πιθανότητα αλλεργιών μειώνεται. Τα τρόφιμα που είναι πιο πιθανά να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις σε ευαίσθητα παιδιά, όπως τα ασπράδια αυγών και τα ψάρια, γενικά προστίθενται στη διατροφή μετά τους 12 μήνες.

Με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, οι διαθέσιμες στο εμπόριο παιδικές τροφές παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατροφή των παιδιών και, άρα, πρέπει να ακολουθούν αυστηρά πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας. Η ευκολία και η ποικιλία των διαθέσιμων τροφίμων τα καθιστούν μια καλή επιλογή ως συμπλήρωμα των σπιτικών φαγητών. Οι παιδικές τροφές του εμπορίου παρασκευάζονται από φρέσκα φρούτα, λαχανικά και κρέατα, χωρίς πρόσθετα συντηρητικά και πρέπει να ακολουθούν πολύ αυστηρά πρότυπα.

Πολύ σημαντική κατά τον πρώτο χρόνο ζωής είναι η ποσότητα του παρεχόμενου σιδήρου και γι’ αυτό γίνεται έλεγχος ρουτίνας στα βρέφη για αναιμία λόγω έλλειψης σιδήρου. Η χρήση δημητριακών ή ενός σκευάσματος ενισχυμένου με σίδηρο και η παροχή πλούσιων σε σίδηρο τροφίμων, όπως τα πολτοποιημένα κρέατα, μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη αυτού του προβλήματος.

 

Πηγή: EuFIC

Θρεπτικός Προγραμματισμός- η διατροφή της μητέρας και η υγεία του μωρού

Η εγκυμοσύνη είναι μια περίοδος συνεχούς αλλαγής, καθώς το έμβρυο αναπτύσσεται στη μήτρα της μητέρας του.
Εντούτοις, έχετε ποτέ αναλογισθεί ότι τα τρόφιμα που καταναλώνει η μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της μπορεί να επηρεάσουν την υγεία του παιδιού ακόμα και δεκαετίες αργότερα; Η κατανόηση της έννοιας του «διατροφικού προγραμματισμού» μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή από πολύ νωρίς.

 


Προγραμματισμός της υγείας πριν από τη γέννηση

Οι συνθήκες θρέψης που επικρατούν όταν το μωρό αναπτύσσεται στη μήτρα της μητέρας του και η διατροφή του κατά τη βρεφική ηλικία, επιδρά στην ανάπτυξη του ατόμου και τη μελλοντική του υγεία. Αυτό φαίνεται να αληθεύει, ιδιαίτερα σε κάποιες χρόνιες ασθένειες, όπως στις ασθένειες της καρδιάς και στον Σακχαρώδη Διαβήτη. Θεωρείται ότι υπάρχουν κρίσιμες περίοδοι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της βρεφικής ηλικίας, όπου λαμβάνει χώρα αυτός ο «θρεπτικός προγραμματισμός».

Έρευνα για τον θρεπτικό προγραμματισμό

Η έρευνα για το θρεπτικό προγραμματισμό (ή «η εμβρυϊκή προέλευση της νόσου», όπως καμιά φορά αποκαλείται) αναπτύσσεται ραγδαία. Συγκεκριμένα, μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε επιζώντες του λιμού που έγινε στη Δανία το 1944-1945 έδειξε ότι, όταν οι έγκυες γυναίκες εκτέθηκαν σε συνθήκες λιμού, τα παιδιά τους ήταν πιο πιθανό να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκία, υπέρταση και καρδιαγγειακή νόσο.
Τα άτομα αυτά ακόμα παρακολουθούνται και συνεχώς ανακαλύπτονται ενδιαφέροντα ευρήματα. Για παράδειγμα, πρόσφατα αποδείχτηκε ότι αυτοί που εκτέθηκαν στον λιμό νωρίς, πριν τη γέννηση κατά τη διάρκεια των 16 πρώτων εβδομάδων της κύησης-, προτιμούν να τρώνε λιπαρά τρόφιμα, γεγονός που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης υπερχοληστερολαιμίας, αν τα τρόφιμα αυτά είναι ιδιαίτερα πλούσια σε συγκεκριμένα κορεσμένα λιπαρά οξέα ή σε τρανς λιπαρά οξέα. Ακόμα, αυτοί οι άνθρωποι έτειναν να είναι λιγότερο δραστήριοι.

Είναι φανερό από αυτήν την έρευνα ότι αλλαγές στη διατροφή σε συγκεκριμένες περιόδους της εγκυμοσύνης μπορεί να οδηγήσει σε πολύ διαφορετικές εκβάσεις για την υγεία του παιδιού. Πρόσφατα, δύο προγράμματα χορηγούμενα από την Ε.Ε., το EDEN (Έρευνα για τους προγεννητικούς και πρώιμους περιγεννητικούς παράγοντες, καθοριστικούς της ανάπτυξης και της υγείας του παιδιού) και το EARNEST (Πρόγραμμα Πρώιμου Θρεπτικού Προγραμματισμού) εξετάζουν λεπτομερώς όλα αυτά τα θέματα

Ποιες παράμετροι της ανάπτυξης και της υγείας επηρεάζονται από τον διατροφικό προγραμματισμό;

Πολλές παράμετροι της υγείας και της ευεξίας του νεογέννητου φαίνεται να επηρεάζονται από τη κατάσταση θρέψης της μητέρας, το βάρος της πριν από την εγκυμοσύνη και το βάρος που προσλαμβάνει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Αυτό στη συνέχεια επηρεάζει το μέγεθος του νεογνού κατά τη γέννησης καθώς επίσης και αν το παιδί γεννιέται πρόωρα.
Είναι γνωστό, για παράδειγμα, από αρκετές πληθυσμιακές έρευνες ότι, το χαμηλό βάρος γέννησης του νεογνού σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακής νόσου. Μια έρευνα από το πρόγραμμα EARNEST διαπίστωσε ότι μια υγιεινή διατροφή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η οποία περιλαμβάνει κάποιες καλές πηγές ω-3 λιπαρών οξέων (π.χ. λιπαρά ψάρια, όπως σολομός, ρέγγα και σκουμπρί) μπορεί να προσφέρει προστασία από τα χρόνια νοσήματα, όπως το άσθμα, πιθανώς εξαιτίας της ευεργετικής επίδρασης που ασκεί στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι η αυξημένη πρόσληψη ω-3 λιπαρών οξέων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ωφελεί την ανάπτυξη του μωρού πριν τη γέννα και επίσης μειώνει τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού, αν και στις έρευνες αυτές δεν είχε ληφθεί υπόψη ο δείκτης μάζας σώματος (ΒΜΙ) της μητέρας. Το πρόγραμμα EDEN εξέτασε με λεπτομέρεια το είδος του λίπους που καταναλώνει μια γυναίκα, ακριβώς πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη του αγέννητου παιδιού. Συγκεκριμένα, φάνηκε ότι σε υπέρβαρες γυναίκες, μια υψηλότερη πρόσληψη ω-3 λιπαρών προ-εγκυμοσύνης (σε σχέση με την ολική πρόσληψη πολυακόρεστων λιπαρών) σχετίζεται με βελτιωμένη (πλησιέστερα στο φυσιολογικό) εμβρυϊκή ανάπτυξη.3

Μετά τη γέννηση

Η υγεία στην ενηλικίωση μπορεί επίσης να καθοριστεί σε κάποιον βαθμό από τη διατροφή κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας. Ο θηλασμός είναι ιδανικός για το μωρό, γεγονός που οφείλεται σε μία σειρά ψυχολογικών και φυσιολογικών αιτιών.
Έρευνες βρήκαν ότι παιδιά που έχουν θηλάσει είναι λιγότερο πιθανό να γίνουν παχύσαρκοι ενήλικες, και ότι 5-7 μήνες θηλασμού φαίνεται ότι προσφέρουν το πιο ευεργετικό αποτέλεσμα.5 Αυτό βρίσκεται σε συμφωνία με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που υποστηρίζει τον αποκλειστικό θηλασμό για τους πρώτους 6 μήνες της ζωής.6 Είναι φανερό ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για να κατανοηθεί ποια θα μπορούσε να είναι η ιδανική δίαιτα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της βρεφικής ηλικίας ∙ ωστόσο, προς το παρόν, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι μια ισορροπημένη διατροφή και ένα υγιές βάρος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθορίζει πολλούς από τους παράγοντες της καλής υγείας στη βρεφική ηλικία και στη μετέπειτα ζωή.

Αναφορές

Barker DJ. (1997) Fetal nutrition and cardiovascular disease in later life. Br Med Bull 53:96–108

Lussana F, Painter RC, Ocke MC, Buller HR, Bossuyt PM, Roseboom TJ. (2008) Prenatal exposure to the Dutch Famine is associated with a preference for fatty foods and a more atherogenic lipid profile. Am J Clin Nutr 88:1648-1652

Drouillet P et al. (2008) Maternal fatty acid intake and fetal growth: evidence for an association in overweight women. The ‘EDEN mother-child’ cohort (study of pre-and early postnatal determinants of the child’s development and health). Br J Nutr 101:583-591

Olsen SF, Østerdal ML, Salvig JD, Mortensen LM, Rytter D, Secher NJ, Henriksen TB. (2008) Fish oil intake compared with olive oil intake in late pregnancy and asthma in the offspring: 16 y of registry-based follow-up from a randomized controlled trial Am J Clin Nutr 88:167-175

O’Tierney PF, Barker DJ, Osmond C, Kajantie E, Eriksson JG. (2009) Duration of breast-feeding and adiposity in adult life. J Nutr 139(2):422S-5S

WHO (2001) The optimal duration of exclusive breastfeeding – a systematic review. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://whqlibdoc.who.int/hq/2001/WHO_NHD_01.08.pdf

Πηγή: The European Food Information Council

Δείτε εδώ περισσότερες καταχωρήσεις για την εγκυμοσύνη

Πότε είναι η καλύτερη στιγμή για να σταματήσω το θηλασμό;

Η καλύτερη στιγμή για να σταματήσει ο θηλασμός είναι όταν η μητέρα και το μωρό είναι και οι δύο έτοιμοι.

Ο θηλασμός εξακολουθεί να είναι η ιδανική μορφή της διατροφής για υγιή μωρά που έχουν γεννηθεί φυσιολογικά. Το μητρικό γάλα περιέχει αντι-βακτηριακούς και αντι-λοίμωξογόνους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των ανοσοσφαιρινών, οι οποίες έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στην ενίσχυση της ανοσίας.

Η επίσημη σύσταση είναι ότι ο αποκλειστικός θηλασμός θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την ηλικία των 6 μηνών. Μετά πρέπει να προστίθενται ορισμένα τρόφιμα, αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο ο θηλασμός δεν πρέπει να συνεχιστεί για όσο χρονικό διάστημα είναι θρεπτικά και συναισθηματικά ικανοποιητικός για τη μητέρα και το παιδί έως 2 ετών.
Ωστόσο, με την αλλαγή του σύγχρονου τρόπου ζωής, ο θηλασμός μπορεί να μην είναι πάντα δυνατός και γι’αυτό οι βρεφικές φόρμουλες είναι γενικά ασφαλής εφόσον χρησιμοποιούνται υπό αυστηρές συνθήκες υγιεινής. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να ληφθεί για την αποστείρωση όλοου του εξοπλισμού σίτισης γωστε να μειωθεί ο δυνητικός κίνδυνος μόλυνσης,καθώς τατ μωρά που διατρέφονται με φόρμουλα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ανοσίας όπως τα μωρά που θηλάζουν.

Πηγή:European Food Information Council ( EuFIC )

7 θέσεις για τον θηλασμό

  1. Είναι η θέση της Αμερικανικής Διαιτητικής Εταιρείας ότι ο αποκλειστικός μητρικός θηλασμός παρέχει τη βέλτιστη διατροφή και την προστασία της υγείας για τους πρώτους 6 μήνες της ζωής και ο θηλασμός με συμπληρωματικές τροφές από 6 μηνών έως τουλάχιστον 12 μηνών είναι το ιδανικό πρότυπο διατροφής για τα βρέφη.

  2. Ο θηλασμός είναι μια σημαντική στρατηγική για τη δημόσια υγεία για τη βελτίωση της βρεφικής και παιδικής νοσηρότητας και θνησιμότητας, τη βελτίωση της μητρικής νοσηρότητας και της στήριξης για τον έλεγχο των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης.

  3. Ο θηλασμός σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο για το μωρό και το μελοντικό ενήλικα νόσων όπως:

    ωτίτιδα,
    γαστρεντερίτιδα,
    αναπνευστική λοίμωξη,
    σύνδρομο αιφνιδίου βρεφικού θανάτου,
    νεκρωτική εντεροκολίτιδα,
    παχυσαρκία και
    υπέρταση

  4. Ο θηλασμός συνδέεται με ευεγερτικές επιδράσεις στην υγεία της μητέρας, συμπεριλαμβανομένου:
    μειωμένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού,
    μειωμένο κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών ,
    διαβήτη τύπου 2 και
    κατάθλιψη μετά τον τοκετό.
  5. Η μείωση του κινδύνου για αυτές τις οξείες και χρόνιες ασθένειες θα βοηθήσει να μειώσει έξοδα θεραπείας και παραγωγικού χρόνου απουσίας από την εργασία.

  6. Τα συνολικά ποσοστά θηλασμού αυξάνονται, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη διαφορές με βάση κοινωνικοοικονομική κατάσταση, την ηλικία της μητέρας, της χώρας προέλευσης, και η γεωγραφική θέση.

  7. Παράγοντες όπως οι πρακτικές νοσοκομείο, τις γνώσεις, τις πεποιθήσεις, και η στάση των μητέρων και των οικογενειών τους, καθώς και πρόσβαση σε υποστήριξη του θηλασμού μπορεί να επηρεάσουν την έναρξη, τη διάρκεια, και την αποκλειστικότητα του μητρικού θηλασμού.

Μετάφραση από